skip to main |
skip to sidebar
10/9/10
Καθημερινά περνάω από την τριγωνική νησίδα, απέναντι από το Χίλτον, στην διασταύρωση των λεωφόρων Β. Σοφίας και Β. Κωνσταντίνου, και παρατηρώ τις διαχρονικές επεμβάσεις σ’ αυτήν. Η νησίδα αυτή, με την ονομασία «Πλατεία Μεγάλης του Γένους Σχολής» --σκαλισμένη σε μαρμάρινη στήλη-- εκτός από το χορτάρι και κάποιους θάμνους είναι «εξοπλισμένη» με μια μαρμάρινη στήλη με την κεφαλή του Κ. Οικονόμου εξ Οικονόμων, τον «Δρομέα» του Κ. Βαρώτσου, ένα σιντριβάνι από τον τέως δήμαρχο Αθηνών Δ. Αβραμόπουλο, κάποια μεταλλικά κουτιά με ηλεκτρικές ασφάλειες για την ηλεκτροδότηση των «εκθεμάτων», και τελευταία με τη λουλουδάτη επιγραφή «Αθήνα» σε άσπρο παραλληλόγραμμο φόντο στα πόδια του «Δρομέα» -- μάλλον ταφόπλακα της Αθήνας θυμίζει.Κάποιες πρόσφατες κατασκευές, επί του πεζοδρομίου, με άνθη που παρέπεμπαν σε πολυώροφη γαμήλια τούρτα, ευτυχώς απομακρύνθηκαν. Μάλλον επειδή ξεράθηκαν. Η συσσώρευση τόσο αντιφατικών, εννοιολογικά και αισθητικά, πραγμάτων καθιστά αμέσως τον χώρο «αντιπαθητικό» -- ένα τραπεζάκι με δεκάδες μπιμπελό σουβενίρ εποχών και δημαρχιακών ματαιοδοξιών. Ταυτόχρονα, αποτελεί μια μικρογραφία των προβλημάτων που σχετίζονται λιγότερο με την έλλειψη χώρων, και κυρίως με την έλλειψη ταυτότητας ή άποψης (πολιτικής, αισθητικής κ.λπ.).Η συσσώρευση ετερόκλητων στοιχείων συχνά δεν αποδυναμώνει απλώς την αισθητική αξία ή τον συμβολισμό των έργων (αρχιτεκτονικών ή καλλιτεχνικών), αλλά τα υποβαθμίζει ή τα αναιρεί. Ξεκινώ με τρία παραδείγματα από τη Θεσσαλονίκη: το Αρχαιολογικό Μουσείο, τον πύργο του ΟΤΕ και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, για να καταλήξω στο πολυσυζητημένο Μουσείο της Ακρόπολης.Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, σχεδιασμένο από τον Πάτροκλο Καραντινό, κηρυγμένο διατηρητέο κτίριο, περιφράχθηκε πρόσφατα με τσιμεντένιο τοιχίο. Όμως αυτή η πρωτοβουλία, υπαγορευμένη ίσως από λόγους προστασίας του αύλειου χώρου, περιορίζει σημαντικά την «οπτική απόλαυση» του αρχιτεκτονήματος στο σύνολό του. Σαν λαθραίοι θεατές θερινού σινεμά, από τα γειτονικά μπαλκόνια πια, δεν βλέπουμε παρά τμήμα της οθόνης.Ανάλογη είναι η περίπτωση του πύργου του ΟΤΕ. Το κατά την άποψή μου απαίσιο συνεδριακό κέντρο «Ι. Βελλίδης» και οι επεμβάσεις --εδώ τουλάχιστον κατόπιν αρχιτεκτονικού διαγωνισμού-- στην είσοδο της ΔΕΘ κάνουν το κτίριο να φαίνεται ανάπηρο. Ο κατά τα άλλα αξιόλογος σχεδιασμός της εισόδου δεν φαίνεται καθόλου να λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη του πύργου -- ο οποίος, ανεξάρτητα από την αισθητική του αξία, παραμένει ένα σύμβολο της πόλης.Η μοίρα του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, αυτού του αριστουργήματος του Κυριάκου Κρόκου, ήταν να αποκτήσει έναν ογκώδη γείτονα, το κτίριο του Δημαρχείου Θεσσαλονίκης, το σχέδιο του οποίου επιλέχθηκε μετά από πανελλήνιο διαγωνισμό. Καθώς το έργο ολοκληρώνεται, διαπιστώνει κανείς ότι δεν πρόκειται μόνο για πρόβλημα μεγέθους αλλά κυρίως τοποθέτησης και έλλειψης ταυτότητας.Κι ενώ η αδιαφορία ή η άγνοια των εμπλεκομένων φορέων και δημόσιων λειτουργών για τέτοιες αισθητικές παραφωνίες συνεχίζεται, η διοίκηση έρχεται να επιβάλει την «τάξη» απαγορεύοντας «να υπάρχουν εμφανή μπετά» σε νεοαναγειρόμενο κτίριο κοντά σε εκκλησάκι του 15ου αιώνα, σε περιοχή που δεν βρίσκεται μέσα σε κάποιο παραδοσιακό οικισμό, ώστε να υπαγορεύεται η χρήση συγκεκριμένων υλικών ή η υιοθέτηση συγκεκριμένης κτιριολογικής φόρμας. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η χρήση ορισμένων υλικών αλλά ο τρόπος χρησιμοποίησής τους. Και σημαντικότερο πρόβλημα όλων, η ένταξη του κτιρίου στον χώρο και η διάπλαση των όγκων του. Τα δύο τελευταία --ένταξη του κτιρίου στον χώρο και διάπλαση των όγκων του (που συνήθως «ξεχνιούνται», αν δεν αγνοείται παντελώς η σημασία τους)-- είναι οι κύριες αιτίες αλλοίωσης του τοπίου στην Ελλάδα.Κι έρχομαι στο πολύπαθο μουσείο της Ακρόπολης και στην περίφραξή του. Εδώ μπορεί να πει κανείς πως η επιλογή στηρίζεται στην επιδιωκόμενη συνέπεια σε σχέση με την περίφραξη του κτιρίου Βάιλερ, που περιφράσσει ελάχιστο τμήμα της περιμέτρου του τετραγώνου. Το ζήτημα δεν είναι αισθητικό ως προς το κάλλος ή την αξία και την ιστορική αναφορά της περίφραξης, αλλά ως προς τη συνέπεια του περιβλήματος με το περιεχόμενο. Η αντίθεση είναι, πολλές φορές, όχι μόνο επιθυμητή αλλά πιθανόν και μονόδρομος, καθώς αναδεικνύει τα διαφορετικά μέρη· εδώ όμως δεν τίθεται καν ζήτημα άποψης, με σκοπό την ανάδειξη ούτε του ενός κτιρίου ούτε του άλλου.Η εικόνα του «αισθητικού πλουραλισμού»(;) συμπληρώνεται από την είσοδο του σταθμού του μετρό. Ορθομαρμάρωση --με λευκό μάρμαρο-- των τσιμεντένιων τοίχων που περιβάλλουν τον σταθμό και στη μια άκρη του κτιριακού συμπλέγματος της εισόδου (μη χρηστικής αξίας για τους επιβάτες του μετρό, πιθανότατα ηλεκτρικού υποσταθμού ή άλλων μηχανολογικών εγκαταστάσεων) απλώς βαμμένο ανεπίχριστο σκυρόδεμα και μεταλλική πόρτα μεγάλης επιφάνειας. Ο συνδυασμός όλων αυτών κάνουν κάποιους από εμάς να θέλουμε να στρέψουμε το βλέμμα μας αλλού.Αλλά ίσως όχι όλους. Σκεφτείτε το επίσης πολύπαθο κτίριο Φιξ στη Συγγρού, έργο του Τάκη Ζενέτου, που σήμερα χάσκει κολοβό, παρά τις υποσχέσεις περί αποκατάστασής του πλάι στον σταθμό του Μετρό και το πάρκινγκ, έχοντας πλέον αλλοιωθεί ριζικά λόγω των έργων για την κατασκευή του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, δείγμα κι αυτό αισθητικής ασυνέπειας. Οι κάτοικοι πέριξ του κτιρίου ζητούσαν την κατεδάφισή του. Παρατηρώντας, όμως, ένα-ένα τα κτίρια που το περιβάλλουν, στα οποία κατοικούν οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες, κατέληξα ότι μάλλον θα έπρεπε να κατεδαφίσουν όλα τ’ άλλα κτίρια και να μεταφέρουν τους ενοίκους τους να κατοικήσουν στο κτίριο του Φιξ. Σίγουρα, θα ήταν αισθητικά πιο συνεπές.*Ο Νίκος Βίττης είναι μουσικοσυνθέτης
13/7/10
αναδημοσίευση από το wordcity
Τα αποσπάσματα από το κείμενο του Κώστα Αξελού “Η πόλη – πρόβλημα”
είναι από την έκδοση του κειμένου από το περιοδικό “Χάος”.
μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης.
“αυτή η πόλη, που στα μάτια τα δικά μου, αργοπεθαίνει,μέσα στα μάτια ενός μικρού παιδιού, θα είναι ο παράδεισος” Πρόκειται για την πόλη. Πρόκειται για το πρόβλημα. Πρόκειται πριν απ’ όλα για ένα ενωτικό σημείο που συνδέει την πόλη και το πρόβλημα. Πρόκειται για την πόλη-πρόβλημα. Το ίδιο το όνομα της πόλης, άστυ, συμπορεύεται με ένα άλλο όνομα, την αστυνομία. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε και λειτουργεί παντού, σε όλα τα καθεστώτα χωρίς καμιά εξαίρεση. Επίσης οι ποικίλοι αναρχισμοί ενέχουν μόνο ένα ψήγμα “αλήθειας” ή ασυνεπούς απαίτησης απέναντι και μέσα στην “πραγματικότητα”.Η πόλη του χώρου και του χρόνουΟ Σοφοκλής, που συνελάμβανε το κοντινό και το απόμακρο, επέτρεψε στον χορό της Αντιγόνης να ορίσει τον άνθρωπο: υψίπολις άπολις. Η ελληνική λέξη πόλις θα μπορούσε να απορρέει από το πέλειν: είναι εν τω γίγνεσθαι.Στο παιχνίδι του είναι εν τω γίγνεσθαι (του Κόσμου) η πόλη διανοίγει και προσφέρει τόπους – χρονικούς πάντα – που, θεσμιζόμενοι, θεσμιζόμενοι οι ίδιοι, ελευθερώνουν και γεννούν χώρους.Η πόλη δεν είναι μόνο μέσα στον χώρο, για να ταξινομεί τον χώρο, τυφλή απέναντι στον τόπο και στο ά-τοπο. Γιατί οι τόποι δεν είναι απλά χωρικοί: μας προδιαθέτουν για τον χώρο, που διέπεται από τον χρόνο. Η πόλη, συνεπώς, υπάρχει κι αυτή μέσα στις διαστάσεις του χρόνου.Τι κάνει μια πόλη μέσα στον χρόνο;Από την ίδρυσή της έως τον θάνατό της, η πόλη, εντοπίζει την περιπλάνηση και πλανάται η ίδια. Εμείς οι άνθρωποι, περιπλανόμαστε επίσης επισκεπτόμενοι, εξερευνώντας και εκμεταλλευόμενοι αρχαιολογικά και τουριστικά τις νεκρές πόλεις.Ο θάνατος της πόληςΟ θάνατος δεν πλήττει τις πόλεις μόνο όταν εκκενώνονται. Την εποχή της άνθησής τους, ως μητροπόλεις, είναι νεκροπόλεις. Άλλωστε είναι πέρα για πέρα λογικό: η πόλη καταλήγει στον θάνατο, όπως η γέννηση της ενέχει τον θάνατο: η πόλη ήταν η φοβερή ανοιχτή πληγή στην καρδιά της καταπράσινης φύσης.Η θεμελίωση μιας πόλης πρέπει να ερευνηθεί, και δεν σημαίνει ότι αυτός ο μύθος τελειώνει με τον θάνατο της πόλης.Η δεύτερη φύση της πόληςΗ πόλη, μετά από την θεμελίωση και την ακμή της, αναπτύσσει μια δεύτερη φύση: μια τεχνητή φύση, λίγο ως πολύ πλασμένη από τους ανθρώπους. Εγκαθιδρύεται η εποχή του διάκοσμου, καθώς όλα τα ζωντανά ή τεχνητά στοιχεία χρησιμεύουν για διάκοσμος και ο διάκοσμος προσφέρεται ως τροφή στην μηχανοκρατούμενη βιομηχανική κοινωνία. Κατά συνέπεια, δεν είναι φυσικό να διατηρούμε μια έμμονη νοσταγλία για ό,τι είναι αγροτικό και ειδυλλιακό, επαρχιωτικό και φυσικά παραμυθένιο. Η δεύτερη φύση της πόλης, η τεχνητή φύση, ονομάζεται, από την αυγή της παρακμής του μοντερνισμού νεκρή φύση.Υπακούοντας στον νόμο της ΕντροπίαςΜόνο που δεν πρέπει να κάνουμε επίδειξη απαισιοδοξίας, – υπάρχει επαύριο. Εκ νέου, κάποια μέρα, οι ισχυρές και ασφυκτικές πολιτείες θα καταντήσουν ένας σωρός ερείπια, πνιγμένα στα αγριόχορτα, υπακούοντας στον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, τον νόμο της Εντροπίας, υποκύπτονας σχεδόν χωρίς αντίσταση στην ενόρμηση του θανάτου, επισπεύδοντας ενεργά τη θανάσιμοη μοίρα κάθε πολιτισμού, ενδέχεται ότι οι κατασκευαστές και οι κάτοικοι αυτών των μεγάλων συνόλων που αποκαλούνται πόλεις θα “θελήσουν” να πεθάνουν, χαρίζοντας τη νίκη στις καταστροφικές δυνάμεις, – που καταστρέφουν αυτούς και τις πόλεις “τους”.Η ζωή της πόληςΤο σημαντικό είναι ότι η επιθυμία για ζωή και η θέληση για ζωή τέμνονται με την επιθυμία του θανάτου και τη θέληση του θανάτου, μέσα σ’ ένα κόσμο όπου ξυχύνονται οι δυνάμεις της λήθης. Εντούτοις δεν λέμε ότι ο θάνατος παρουσιάζεται αναγκαστικά όταν τον επικαλούνται. Και η ζωή πως ξεχύνεται; Η πόλη ριζώνει μέσα στον “κόσμο της ζωής”. Αυτός ο κόσμος κατάντησε άθλιος και χαμερπής. Κατά συνέπεια ο κόσμος της πόλης ζει και πεθαίνει από προσποιήσεις και ομοιώματα, από αυταπάτες και αντικατοπτρισμούς. Μέσα σε μια εποχή που θα ήθελε να είναι αφηρημένα δημοκρατική και πραγματώνεται τόσο ατελώς όσο ο χριστιανισμός και ο σοσιαλισμός πραγματώθηκαν και δεν πραγματοποιήθηκαν, αντηχεί το σύνθημα: όλα είναι ίσα. Αυτό το δημοκρατικό μηδενιστικό σύνθημα, ας είναι έτσι, δεν καταλήγει στην υπέρτατη ισότητα, την ισότητα του θανάτου; Επίσης, το κράτος του Δήμου, δηλ. η Δημοκρατία, (η Δημοκρατία που είναι προέλευση, θεμελίωση, αποτέλεσμα και ανθέμιο των πόλεων σε αυτούς του καιρούς της προϊούσας αποβλάκωσης) δεν είναι εσταυρωμένη και ταυτόχρονα πεισιθάνατη;Ο ρυθμός της ζωήςΕντούτοις, η πόλη δεν πλαισιώνει μόνον τον θάνατο, δεν πλαισιώνεται μόνο από τον θάνατο. Η πόλη βαδίζει επίσης στον ρυθμό της ζωής. Η πόλη δεν είναι αποκλειστικά το πλαίσιο ή τα συμφραζόμενα όπου εγγράφονται και απορρέουν, επίσης, τα ανθρώπινα συναπαντήματα και οι συναντήσεις των ανθρώπων με το μη ανθρώπινο. Δεν απλώνεται απλά σαν ένα τυπωμένο κείμενο υπό συμπλήρωση, παρότι συμβαίνει κι αυτό, που κάποτε γράφτηκε και τυπώθηκε (από τον Β. Ουγκώ). Η πόλη φέρει την ορμή της ζωής και φέρεται από αυτή: η πόλη, παιχνίδι σύνθεσης ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και την πολεοδομία, μέσα στους όγκους της, στα κενά και στο φως της, σφύζει από ζωή.Η πολεοδομίαΑλλά τότε γιατί μας δίνει την τόσο ισχυρή εντύπωση ότι συνταράσσεται από τους σπασμούς της αγωνίας; Τάχα “γιατί” οι χωριάτες και οι ορεσίβιοι, καθώς και οι νησιώτες σπεύδουν προς τις πόλεις; Όταν κάτι μπαίνει στη φάση της επιθανάτιας αγωνίας , που διαρκεί πάρα πολύ και συνεχίζεται οιινεί απεριόριστα, τότε εμφανίζονται οι σωτήριοι ισμοί, κουρασμένοι από τα πριν, αν όχι ήδη εξαντλημένοι. Έτσι, σε βοήθεια της πόλης, σπεύδει η πολεοδομία που δεν σπαζοκεφαλιάζει με τη σκέψη. Η πολεοδομία είναι η θεωρία και η πρακτική των πόλεων. Δεν υπάρχει μόνο πολεοδομία, υπάρχουν διάφορες πολεοδομίες, που πολλαπλασιάζονται σαν καρκίνοι. Σύμφωνα με μια από τις σπάνιες βαθιές ρήσεις του Le Corbusier “η πόλη είναι σαν καρκίνος που υγιαίνει”. Τι κάνουν οι πολεοδομίες, αυτοί οι καρκίνοι που κάνουν μεταστάσεις; Υπακούουν στον τρισδιάστατο ρυθμό του χρόνου, χωρίς να συλλαμβάνουν την ενότητα των διαστάσεών του. Φαντάζονται ότι στοχάζονται πάνω στον χώρο και ότι τον ταξιθετούν τεχνικά, παραγνωρίζοντας τους τόπους από τους οποίους αποκαλύπτεται και αφήνεται να οικοδομηθεί ο χώρος.Οι 3 τάσεις της πολεοδομίας1. Υπάρχει μια πολεοδομία παρελθοντολογική, αφελώς ρομαντική, αντιδραστική, όπως λένε, και στην πραγματικότητα φυσιοκρατική. Θέλει να πάει αντίθετα στο πλανώμενο ρεύμα του χρόνου, να επανέλθει στο παρωχημένο παρελθόν, να αναβιώσει τον παλιό καιρό των όμορφων μικρών πόλεων. Αναίσθητη μπρος σ’ αυτό που στο παρελθόν δεν παρέρχεται, αυτή η πολεοδομία αγνοεί το σύστημα των γενικών παιχνιδιών που κυριαρχούν στην οικοδόμηση και στη μοίρα της πόλης.2. Υπάρχει μια επίκαιρη πολεοδομία που πιστεύει ότι ανήκει στην εποχή της, ότι συμβαδίζει με το παρόν και ότι σημαδεύει τον παρόντα χρόνο. Υποκλίνεται προ του κυριαρχικού, προ του επιβλητικού στυλ, πλειοδοτώντας και φέρνοντάς μας σε επαφή με την κλιματισμένη κόλαση που γίντεαι και ξεγίνεται κάτω από τα πλήγματά μας, μας κάνει και μας ξεκάνει. Θολωμένη από την άμεση παρουσία, ορατή και γελοία, αισθητή και ανεπαίσθητη, αγνοεί τη μεγάλη δύναμη του παιχνιδιού της απουσίας. Θυσιάζοντας στον βωμό του παιχνιδιού του συρμού, δεν βλέπει ότι αυτό το παιχνίδι δεν είναι, γενικά, παρά μια ενδοκοσμική εκδήλωση ασήμαντη, η οποία κατέχει τους δικούς της μικρούς νομους του παιχνιδιού του κόσμου.3. Υπάρχει μια πολεοδομία που εμφανίζεται προοδευτική, στραμμένη παράφορα προς το μέλλον, φουτουριστική και διαβολικά τεχνοκρατική. Για να χρησιμοποιήσουμε τη σωτήρια και λυτρωτική λέξη που όλες οι ευλαβικές ψυχές, ή μάλλον, όλοι οι εξεγερμένοι ψυχισμοί προσμένουν σαν εκλαϊκευμένο Μεσσία: αυτή η πολεοδομία ονομάζεται επαναστατική. Που φέρνει επανάσταση; Προφανώς στα πάντα. Σε όλα. Έχοντας μπουχτίσει από αυτό, ζητεί οριστικά το άλλο. Χωρίς καμία αυταπάτη, εννοείται, θέλει να εξαπολύσει την παραγωγική αρνητικότητα. Επιτέλους τι καταφέρνει να οικοδομήσει αυτή η πολεοδομία, μέσα στη θεωρητική της πρακτική, ποια είναι τα σημεία του λόγου της που μια σημειολογία ή μια σημειωτική τερατωδώς ευφυείς συλλαμβάνουν ζωντανά, με τρόπο έντονα ζωοδοόχο, δηλαδή εντελώς εξαντλημένο; Ποιο νέο παιχνίδι μας προτείνει; Μέσα στην εφηβική ορμή της, ήδη πρόωρα γερασμένη, οικοδομεί δύο μοντέλα που προτείνονται ως το άκρον άωτον του καινοφανούς.Α. Το πρώτο μοντέλο είναι η επανάληψη του ειδυλλιακού, φυσιολατρικού και βουκολικού μοντέλου που αναπαράγεται τεχνικά: δέντρα, ζώα, άνθρωποι και μηχανές θα παίζουν μαζί, αρμονικά, στα βουνά, στις πεδιάδες, στο ακροθαλλάσι και στις εξοχές. Μικρές μονάδες κατοίκησης, επιμελώς προστατευμένες μέσα στη φύση, μικρές πόλεις, σχεδόν αόρατες, θα προσφέρουν ένα πλαίσιο στα παιχνίδια μάλλον παρά στις συναλλαγές φυτών και ζώων, ανθρώπων και τεχνικών μέσων. Άραγε, σ’ αυτό το παιχνίδι δεν θα υπάρχουν χαμένοι; Φαίνεται πως μια ορισμένη μετριότητα σώζει.Β. Το δεύτερο μοντέλο είναι αποφασιστικά υπερτεχνικιστικό. Μπροστά του ωχριούν οι σημερινές επιτυχίες της κυβερνητικής και της πληροφορικής. Ανακινεί τις μεγάλες μάζες, κάνει να λειτουργούν, στο πνεύμα του φονξιοναλισμού φυσικά, υπερμηχανές και υπερτεχνικές, σχεδιάζει λαμπερές και υπερ-πολύπλοκες πόλεις, σχεδόν μεταξύ ουρανού και γης, αποπαγιδεύοντας “όλα” τα παιχνίδια του πράττειν. Διακηρύττει, όταν δεν την συγκροτεί, την αποθέωση των τεχνοδομών. Κατασκευάζοντας υπερσύγχρονα, φωτεινά και ανθεκτικά αν όχι κινητά υλικά, αυτή η πολεοδομία διαγράφει με μια μονοκοντυλιά, ήτοι με πολλές μονοκοντυλιές, τις επιθυμίες του πολλαπλά χιλιετούς και μη ξεπερασμένου παρελθόντος, πιστεύει ότι θα αποφύγει όλα τα εμπόδια του παρόντος, ονειρεύεται ότι ανοίγει διάπλατα τις θύρες του μέλλοντος. Τόσο το χειρότερο αν παραγνωρίζει τη σιωπηλή δύναμη του δυνατού. Τόσο το χειρότερο αν παραμελεί την υπόγεια δύναμη του τετελεσμένου μέλλοντα. Τόσο το χειρότερο αν αγνοεί ποιο είναι το διακύβευμά της. Δεν θέλει τάχα να είναι η πανίσχυρη νικήτρια; Α και Β. Το ανθρώπινο πνεύμα δεν ορρωδεί μπροστά σε καμιά θυσία. Ούτε καν στη θυσία της σύνθεσης. Έτσι βλέπει το φως της ημέρας μια συνθετική πολεοδομία, φυσιοκρατική – και – τεχνικιστική. Πλανάται αφελώς και μηχανικά, και παίζει σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα. Ας αρκεστούμε σε ένα παράδειγμα: ο μαρξισμός, όπως ξέρουμε, προοιωνίζεται την κατάργηση της διαφοράς ανάμεσα στην πόλη και το χωριό. Η ηθελημένη σύνθεση θα γίνει συνεπώς πραγματικότητα. Πράγμα που εφεξής δεν μας εμποδίζει να θέσουμε το ερώτημα: αυτή η σύνθεση των δύο διαστάσεων θα υλοποιήσει ένα ουτοπικό όνειρο ή έναν εφιάλτη που θα απαγορεύει κάθε διαφυγή;